Ο Αργολικός κάμπος, γνωστός για δεκαετίες ως ο πιο πυκνός εσπεριδοκομικός κήπος της χώρας, χάνει σταδιακά την εικόνα του. Στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής και του Οργανισμού Πληρωμών και Ελέγχου Κοινοτικών Ενισχύσεων καταγράφουν μείωση των συνολικών καλλιεργούμενων εκτάσεων στην Πελοπόννησο κατά περίπου 3% έως 5% την τελευταία δεκαετία, με την πτώση να χτυπά εντονότερα τις αροτραίες καλλιέργειες και τα παλαιά δενδρώδη κτήματα του κάμπου. Η μεταβολή δεν είναι απλώς αριθμητική. Πίσω από τα ποσοστά κρύβεται μια αλλαγή γεωγραφίας: η γη εγκαταλείπεται εκεί όπου το νερό λιγοστεύει και αναδιατάσσεται εκεί όπου το κλίμα είναι ακόμη ευνοϊκό.
Η ίδια η φύση της κρίσης δεν είναι πρόσκαιρη. Δεν πρόκειται για τη ζημιά μιας κακής χρονιάς λόγω χαλαζιού ή παγετού, αλλά για δομική μετατόπιση που αλλάζει σταδιακά τον αγροτικό χάρτη της Πελοποννήσου, στην Αργολίδα, τη Μεσσηνία, την Αρκαδία και τη Λακωνία.
Τι δείχνουν τα στοιχεία ΕΛΣΤΑΤ και ΟΠΕΚΕΠΕ
Η Έρευνα Διάρθρωσης Γεωργικών και Κτηνοτροφικών Εκμεταλλεύσεων της ΕΛΣΤΑΤ, με στοιχεία της περιόδου 2023 έως 2025, κατέγραψε τη γήρανση του αγροτικού πληθυσμού και τη σταδιακή μείωση του αριθμού των εκμεταλλεύσεων, μια τάση που είχε ήδη εντοπιστεί στην απογραφή γεωργίας-κτηνοτροφίας της δεκαετίας 2011-2021. Παράλληλα, τα δημοσιοποιημένα στατιστικά των δηλώσεων ΟΣΔΕ του Οργανισμού Πληρωμών και Ελέγχου Κοινοτικών Ενισχύσεων αποτυπώνουν την υποχώρηση των εκτάσεων ανά είδος καλλιέργειας στην Περιφέρεια Πελοποννήσου, με τα εσπεριδοειδή του πεδινού κάμπου να βρίσκονται ανάμεσα στις πληγείσες κατηγορίες.
Η μείωση δεν κατανέμεται ομοιόμορφα. Η υποχώρηση είναι εντονότερη στις αροτραίες καλλιέργειες, όπου το κόστος παραγωγής έχει αυξηθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια, και στα παλαιότερα δενδρώδη κτήματα εσπεριδοειδών, τα οποία είναι και τα πιο ευάλωτα στην έλλειψη νερού κατάλληλης ποιότητας. Οι Διευθύνσεις Αγροτικής Οικονομίας και Κτηνιατρικής Αργολίδας και Μεσσηνίας έχουν καταγράψει σε εκθέσεις τους την κατάσταση των υδροφορέων και τις μεταβολές στις δενδρώδεις καλλιέργειες της περιοχής τους, ενώ τα Σχέδια Διαχείρισης Λεκανών Απορροής Ποταμών του Υδατικού Διαμερίσματος Πελοποννήσου του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων συνδέουν ευθέως το πρόβλημα με τη διαχείριση των υδάτινων πόρων της περιοχής.
Μέρος της στατιστικής μείωσης οφείλεται και σε γραφειοκρατικούς παράγοντες. Ορισμένες εκτάσεις παραμένουν ουσιαστικά καλλιεργήσιμες αλλά δεν δηλώνονται προσωρινά στο ΟΣΔΕ λόγω μεταβιβάσεων ιδιοκτησίας ή αλλαγών στο καθεστώς επιδοτήσεων της νέας Κοινής Αγροτικής Πολιτικής, κάτι που δυσχεραίνει την ακριβή αποτύπωση του φαινομένου μόνο μέσα από τα επίσημα ποσοστά.
Η φυγή προς τα ορεινά
Στον κάμπο της Αργολίδας, η υφάλμωση των υδροφορέων αποτελεί το κεντρικό πρόβλημα. Οι γεωτρήσεις σε βάθη άνω των 150 έως 200 μέτρων αποδίδουν πλέον νερό ακατάλληλο για την άρδευση εσπεριδοειδών, αναγκάζοντας παραγωγούς είτε να εγκαταλείψουν πεδινές εκτάσεις είτε να στραφούν σε πιο ανθεκτικές καλλιέργειες. Το ζήτημα δεν είναι νέο για την περιοχή· το anagnostis είχε καταγράψει τη σοβαρή κρίση νερού στην Αργολίδα που περιέγραψε ρεπορτάζ του Reuters, με αναφορά στις διαρροές του παλαιωμένου δικτύου και στο υφάλμυρο νερό που φτάνει τελικά στις καλλιέργειες και στα σπίτια.
Παράλληλα με την υποβάθμιση των υδάτων, η αύξηση των θερμοκρασιών πιέζει τους παραγωγούς να αναζητήσουν εναλλακτικές τοποθεσίες. Καταγράφεται στροφή προς ημιορεινές και ορεινές ζώνες, σε υψόμετρο άνω των 400 μέτρων, στην ορεινή Αργολίδα, σε περιοχές όπως η Αλέα και η Λυρκεία, καθώς και στην Αρκαδία. Εκεί φυτεύονται σκληρότερες ποικιλίες ή όψιμα δενδρώδη είδη, τα οποία επωφελούνται από το χαμηλότερο θερμικό αποτύπωμα του υψομέτρου και από μικρότερη εξάρτηση από τους πιεσμένους υδροφορείς του κάμπου.
Η μετατόπιση αυτή δεν αφορά μόνο την Αργολίδα. Στη Μεσσηνία και τη Λακωνία, η μείωση των βροχοπτώσεων έχει ενταθεί την τελευταία τριετία, όπως κατέγραψαν οι αρμόδιες υπηρεσίες διαχείρισης υδάτων, επηρεάζοντας ιδιαίτερα τους ελαιώνες, μια από τις πλέον διαδεδομένες καλλιέργειες της περιοχής. Η ελαιοκαλλιέργεια αντέχει περισσότερο από τα εσπεριδοειδή στην έλλειψη νερού, όμως η παρατεταμένη ανομβρία σε συνδυασμό με τον καύσωνα έχει ήδη περιορίσει αισθητά την παραγωγή σε τμήματα της Αργολίδας, όπως είχαν επισημάνει τοπικοί φορείς όταν ζήτησαν στήριξη για τους ελαιοπαραγωγούς της περιοχής.
Από το αλέτρι στα φωτοβολταϊκά
Ένα σημαντικό τμήμα της καταγεγραμμένης μείωσης καλλιεργειών δεν προκύπτει από εγκατάλειψη λόγω λειψυδρίας, αλλά από αλλαγή χρήσης γης. Αγροτεμάχια στην Αρκαδία και την Κορινθία μετατρέπονται σε φωτοβολταϊκά πάρκα, μια τάση που τα τελευταία χρόνια έχει επιταχυνθεί λόγω της υψηλής ηλιοφάνειας της Πελοποννήσου και του επενδυτικού ενδιαφέροντος για ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.
Το φαινόμενο έχει προκαλέσει ήδη αντιδράσεις σε τοπικό επίπεδο. Στην Αρκαδία, φορείς και κάτοικοι έχουν εκφράσει αντιρρήσεις για τη σωρευτική περιβαλλοντική και αγροτική επιβάρυνση από την εγκατάσταση αιολικών και φωτοβολταϊκών πάρκων, με αναφορές σε χωράφια που καταλαμβάνονται από φωτοβολταϊκές μονάδες. Το ζήτημα δεν περιορίζεται στην Αρκαδία: η εξάπλωση φωτοβολταϊκών σε αγροτικές εκτάσεις της Αργολίδας, της Κορινθίας και της Μεσσηνίας έχει ήδη ξεκινήσει εντατικά, σύμφωνα με πρόσφατη χαρτογράφηση των περιοχών όπου επιτρέπονται τέτοιες εγκαταστάσεις.
Το ακριβές ποσοστό των στρεμμάτων που άλλαξαν χρήση από αγροτική σε ενεργειακή δεν έχει δημοσιοποιηθεί ενοποιημένα ανά Περιφερειακή Ενότητα, κάτι που καθιστά δυσδιάκριτο το όριο ανάμεσα στη γη που χάθηκε λόγω κλιματικών συνθηκών και σε εκείνη που μετατράπηκε σε ενεργειακή υποδομή. Το ερώτημα που μένει ανοιχτό για την Πελοπόννησο δεν είναι πλέον αν θα συνεχιστεί η επέκταση των φωτοβολταϊκών σε αγροτική γη, αλλά με ποιους όρους θα ισορροπήσει η ενεργειακή μετάβαση με τη διατήρηση της παραγωγικής βάσης της υπαίθρου.
Ο αγροτικός χάρτης που αλλάζει
Η εικόνα που προκύπτει από τα επίσημα στοιχεία περιγράφει μια Πελοπόννησο όπου ο πεδινός κάμπος, παραδοσιακό σύμβολο της αγροτικής παραγωγής, χάνει έδαφος υπέρ δύο διαφορετικών κατευθύνσεων: των ορεινών ζωνών, όπου μετακομίζουν νέες φυτεύσεις πιο ανθεκτικές στη ζέστη και στη λειψυδρία, και των ενεργειακών εγκαταστάσεων, που καταλαμβάνουν εκτάσεις πρώην καλλιεργήσιμης γης.
Η Αργολίδα, με την ένταση της υφάλμωσης στον κάμπο της, και η Αρκαδία, με τη διπλή πίεση από την κλιματική αλλαγή και τα ενεργειακά έργα, βρίσκονται στο επίκεντρο αυτής της αναδιάταξης, ενώ η Μεσσηνία και η Λακωνία καταγράφουν αντίστοιχη υποχώρηση στις ελαιοκομικές τους εκτάσεις λόγω της μειωμένης βροχόπτωσης των τελευταίων ετών.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου