Η βιομηχανική παραγωγή στην Ελλάδα υποχώρησε τον Ιούλιο κατά 1,2% σε σχέση με πέρυσι, με το ρεύμα να «τρώει» τη μεγαλύτερη μερίδα της πτώσης. Ο Δείκτης Βιομηχανικής Παραγωγής της ΕΛΣΤΑΤ κατέγραψε μείωση 12,4% στην παροχή ηλεκτρικού ρεύματος τον Ιούλιο 2026 σε σχέση με τον αντίστοιχο μήνα του 2025, τη μεγαλύτερη αρνητική επίδοση ανάμεσα σε όλους τους τομείς της βιομηχανίας.
Η καθαρή μεταποίηση, αντίθετα, κινήθηκε προς τα πάνω κατά 1,9%, δείχνοντας ότι το πρόβλημα δεν είναι οριζόντιο. Η βιομηχανία δέρματος και δερμάτινων ειδών σημείωσε άλμα 20% σε ετήσια βάση, η κατασκευή μηχανημάτων και ειδών εξοπλισμού 16,4%, ενώ η παραγωγή προϊόντων καπνού ενισχύθηκε κατά 11,4%. Στον αντίποδα, η κατασκευή μηχανοκίνητων οχημάτων κατέρρευσε κατά 25,9%, η μεγαλύτερη πτώση ανάμεσα σε όλους τους κλάδους.
Η εικόνα αλλάζει αν κοιτάξει κανείς το επτάμηνο. Ο μέσος δείκτης Ιανουαρίου – Ιουλίου 2026 είναι αυξημένος κατά 2,7% σε σχέση με το αντίστοιχο διάστημα του 2025, με τη μεταποίηση να συνεισφέρει με +2,5% και το ρεύμα, αντίστροφα, να ενισχύεται κατά 5,2% σε αυτή τη σύγκριση. Η αντίφαση (ρεύμα που άλλοτε τραβά τον δείκτη προς τα κάτω και άλλοτε τον στηρίζει) αποτυπώνει πόσο ασταθής έχει γίνει η ενεργειακή συνιστώσα της ελληνικής βιομηχανίας μέσα στο 2026.
Η ασταθής αυτή εικόνα δεν είναι άγνωστη στην Πελοπόννησο. Τον Ιούνιο το anagnostis.org είχε δείξει πώς το αυξημένο ενεργειακό κόστος πιέζει τη βιομηχανία της Πελοποννήσου, με την παροχή ηλεκτρικού ρεύματος να καταγράφει τότε αύξηση 9,8% σε ετήσια βάση για τον Απρίλιο. Πέντε μήνες αργότερα, η εικόνα αντιστράφηκε πανελλαδικά: το ρεύμα ακρίβυνε λιγότερο στην παραγωγή, αλλά η κατανάλωσή του μειώθηκε απότομα, γεγονός που δείχνει επιβράδυνση παραγωγής και όχι φθηνότερη ενέργεια.
Παράλληλα, ο κλάδος διύλισης πετρελαίου, που στην Πελοπόννησο εκπροσωπείται από το εργοστάσιο της Motor Oil Ελλάς στους Αγίους Θεοδώρους Κορινθίας, κινήθηκε αντίθετα από τον μέσο όρο της ενέργειας. Ο δείκτης παραγωγής οπτάνθρακα και προϊόντων διύλισης πετρελαίου υποχώρησε 4,5% τον Ιούλιο σε ετήσια βάση, όμως η εταιρεία είχε ανακοινώσει τον Αύγουστο κέρδη 466 εκατομμυρίων ευρώ μόνο από τη διύλιση για το δεύτερο τρίμηνο του 2026, αυξημένα κατά 156% σε σχέση με πέρυσι, με το περιθώριο διύλισης να εκτινάσσεται στα 22,4 δολάρια ανά βαρέλι. Ο όγκος παραγωγής μειώθηκε δηλαδή, αλλά τα περιθώρια κέρδους διευρύνθηκαν σημαντικά, μια απόσταση που δείχνει πόσο διαφορετικά μπορεί να διαβάζεται ο ίδιος δείκτης παραγωγής από την πλευρά του εργοστασίου και από την πλευρά του ισολογισμού.
Η μεταποίηση στην Πελοπόννησο έχει ήδη δώσει το σήμα
Η αντίφαση ανάμεσα σε ρεύμα και μεταποίηση δεν είναι νέα για την περιοχή. Ήδη από τον Απρίλιο, η υποχώρηση της βιομηχανικής δραστηριότητας στην Αργολίδα και την ευρύτερη Πελοπόννησο είχε συνδεθεί με τους περιορισμούς στη σύνδεση νέων μονάδων στο ηλεκτρικό δίκτυο λόγω κορεσμού, φαινόμενο που έχει περιγραφεί ως «ενεργειακό λουκέτο» στην περιοχή. Το πρόβλημα δεν είναι επομένως μόνο η τιμή του ρεύματος, αλλά και η ίδια η δυνατότητα πρόσβασης σε αυτό.
Οι πέντε πρόεδροι των Επιμελητηρίων της Πελοποννήσου είχαν θέσει το ζήτημα ανοιχτά τον Ιούνιο. Ο πρόεδρος του Επιμελητηρίου Αργολίδας, Φώτης Δαμούλος, ζήτησε τη θεσμοθέτηση οργανωμένης βιομηχανικής περιοχής και την επίλυση ζητημάτων χρήσεων γης, ενώ ο πρόεδρος του Επιμελητηρίου Κορινθίας, Παναγιώτης Λουζιώτης, επανέφερε το αίτημα για ένα Επιχειρηματικό Πάρκο που εκκρεμεί από το 2013. Και οι δύο συνδέουν την καθυστέρηση αυτή με τη δυσκολία προσέλκυσης νέων μεταποιητικών επενδύσεων στην περιοχή, την ίδια στιγμή που ο εθνικός δείκτης μεταποίησης δείχνει άνοδο.
Το κόστος παραγωγής δεν σταμάτησε να ανεβαίνει
Το καλοκαίρι επιβεβαίωσε ότι η πίεση στο κόστος δεν είναι παροδική. Τον Ιούλιο, το κόστος παραγωγής στην Πελοπόννησο ακολούθησε το πετρέλαιο: οι τιμές παραγωγού στη βιομηχανία είχαν αυξηθεί 11,8% σε ετήσια βάση πανελλαδικά, με τα προϊόντα διύλισης πετρελαίου για την εγχώρια αγορά να ακριβαίνουν 47%. Η αύξηση αυτή μετακυλίεται αναπόφευκτα στις επιχειρήσεις που εξαρτώνται από καύσιμα και ενέργεια για τη λειτουργία τους, από τις μεταφορές έως τη μεταποίηση τροφίμων.
Στην Αργολίδα, όπου η βενζίνη είχε φτάσει την άνοιξη πάνω από τα 2 ευρώ το λίτρο εν μέσω κινητοποιήσεων βενζινοπωλών, το κόστος μεταφοράς πρώτων υλών και προϊόντων προσθέτει ένα ακόμη στρώμα πίεσης σε επιχειρήσεις που ήδη αντιμετωπίζουν ασταθές ρεύμα. Η βιομηχανία τροφίμων, ένας από τους πιο διαδεδομένους κλάδους μεταποίησης στην περιοχή, κατέγραψε πανελλαδικά αύξηση 5,1% τον Ιούλιο, όμως αυτό δεν λέει τίποτα για το πόσο από αυτή την αύξηση καταλήγει σε πραγματικό κέρδος όταν το κόστος ενέργειας και μεταφοράς ανεβαίνει παράλληλα.
Μια αγορά που δείχνει κόπωση
Η επιβράδυνση στην κατανάλωση ρεύματος δεν είναι το μόνο σημάδι κόπωσης που εμφανίστηκε το καλοκαίρι. Στις αρχές Σεπτεμβρίου το anagnostis.org κατέγραψε ότι στην Πελοπόννησο τα ταμεία χτυπούν λιγότερο, ενώ πανελλαδικά ο τζίρος του λιανικού εμπορίου ανεβαίνει. Η ασυμμετρία αυτή, ανάμεσα στην εθνική εικόνα και την τοπική πραγματικότητα, αντικατοπτρίζεται τώρα και στον Δείκτη Βιομηχανικής Παραγωγής: ο εθνικός μέσος όρος του επταμήνου δείχνει αύξηση 2,7%, αλλά η ένταση της ανάκαμψης δεν κατανέμεται ομοιόμορφα ανάμεσα σε κλάδους και περιοχές.
Ο μεγαλύτερος διυλιστηριακός κλάδος της χώρας παραμένει εγκατεστημένος στην Κορινθία και συνεχίζει να αποφέρει ρεκόρ κερδών ακόμη κι όταν ο όγκος παραγωγής μειώνεται, χάρη στα διευρυμένα περιθώρια διύλισης στη διεθνή αγορά πετρελαίου. Για τις μικρότερες μεταποιητικές επιχειρήσεις της υπόλοιπης Πελοποννήσου, που δεν διαπραγματεύονται σε διεθνείς αγορές αλλά πληρώνουν το ρεύμα και τα καύσιμα στην τρέχουσα τιμή τους, η εξίσωση παραμένει πολύ πιο δύσκολη.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου