Είναι Άνοιξη, είναι όμορφα, είναι γραφικά. Μόνο που το ρολόι δείχνει 11.20 και ο σταθμός που έχει απελευθερωθεί από την Αυτοοργανωμένη Συνέλευση «Κατά Σαδδουκαίων» της Κυπαρισσίας, είναι ο χώρος που θα φιλοξενήσει τη 13η προβολή του ντοκιμαντέρ μας.
Το ρολόι του εγκαταλελειμμένου σταθμού του ΟΣΕ στην Κυπαρισσία έχει σταματήσει στις 11.20. Είναι το πρώτο πράγμα που βλέπω όταν σταματάμε απ έξω το Σάββατο 1η του Μάρτη.

Ο ερειπωμένος χώρος, που έκλεισε το 2011, νοικιάστηκε κάποια στιγμή ως σταθμός ΚΤΕΛ και από τότε ρημάζει.

Τώρα καθαρίστηκε, φροντίστηκε και άνοιξε ξανά, χώρος για όλους, χώρος αλληλεγγύης και προσφοράς.

Στις άγριες συνθήκες της πόλης, της Αθήνας που είναι η δική μας, οι ανάσες είναι περιορισμένες και όχι απόλυτα κατανοητές. Εδώ μοιάζουν, είναι, αυτονόητες. Το σκηνικό δεν είναι απλό.

Το ντοκιμαντέρ για το έγκλημα των Τεμπών, η παρουσία του Αντώνη, του δικού μας πια Αντώνη, που ωστόσο βρίσκεται με την βαριά ιδιότητα του πολυτραυματία και επιζώντα στον χώρο του ΟΣΕ, δεν είναι μια απλή υπόθεση.

Κι όμως ένα αυτοσχέδιο βάζο με αγριολούλουδα και ένα ταψί παστίτσιο, για όποιον πεινάει, αλλάζουν την εικόνα. Η λύπη και η οργή είναι πιο υποφερτές όταν μοιράζονται με ανθρώπους που ακουμπούν οι ψυχές τους. Ο παλιός σταθμός γεμίζει.

Ο κόσμος έχει πάλι τα ίδια χαρακτηριστικά. Δεν είναι μόνο «δικοί μας». Ανάμεσά τους, ανάμεσά μας, άνθρωποι που ίσως δεν έχουν καν ακούσει ξανά την έκφραση αυτοοργανωμένη συνέλευση, που σίγουρα δεν έχουν βρεθεί σε κάλεσμά της.

Λέγαμε μία από τις πολλές φορές που ταξιδεύαμε για προβολή, πως κάθε φορά είναι δυσκολότερη. Ο Βασίλης ξεκινά να μιλά και η αίθουσα σωπαίνει. Έχει νυχτώσει, οι σκιές κάνουν παιχνίδια στο μυαλό και το πανό δεξιά μας γράφει: «Γέμισε η θάλασσα κορμιά μεταναστών είναι και οι έλληνες φονιάδες των λαών».

Η σύνδεση, οι συνδέσεις είναι προφανείς. Ωστόσο πια και αυτονόητες. Οι δολοφονίες στη θάλασσά μας, οι δολοφονίες στις δουλειές μας, οι δολοφονίες στην Παλαιστίνη, οι δολοφονίες στα Τέμπη, δεν είναι μεμονωμένα τυχαία περιστατικά. Δεν μπορούμε πια να μιλάμε για τυχαιότητα. Κανείς δεν μπορεί. Πουθενά, κανείς, ποτέ.

Ο Βασίλης ολοκληρώνει με μια φράση του Λουντέμη. Κλαίγοντας. «Χρειάστηκαν εκατομμύρια χρόνια για να γίνουν τα τέσσερα πόδια δύο. Δεν θα τα κάνω πάλι τέσσερα εγώ». Κλαίμε όλοι.

Η Μαρία και ο Σοφοκλής κάνουν τις συνδέσεις με τον δρόμο και τον κόσμο και ο Αντώνης με τον πολύτιμο λόγο του, βάζει το κέντρο της υπόθεσης. Κανείς δεν μπορεί να είναι μόνος. Κανείς ποτέ, αν θέλουμε να σκεφτόμαστε ότι μπορεί και να νικήσουμε.

Θα μπορούσα εδώ να γράψω για τον Αντώνη αλλά ας τα διηγηθεί εκείνος:
«Έχουμε φτάσει στο σημείο όπου έχω χάσει το μέτρημα των προβολών με την οικογένεια του The Untold. Έχουμε φτάσει στο σημείο, που κάθε προβολή μου κοστίζει, πλέον όχι μόνο ψυχικά αλλά και σωματικά. Οι ζαλάδες όταν έρχεται η σειρά μας να καθίσουμε απέναντι στον κόσμο που δείχνει να κρέμεται από τα χείλη μας, είναι δεδομένες.

Κι όμως, αυτό που νιώθω ότι κάνουμε με αυτές τις συζητήσεις και τις προβολές, αξίζει όλου του κόσμου την κούραση και την αγωνία. Μετά από κάθε προβολή, έχω την ιδέα ότι έναν-δύο ανθρώπους τους βάλαμε σε σκέψεις, κι αυτό είναι αρκετό. Αυτό είναι το μόνο εργαλείο που έχουμε.

Μετά την προβολή στον Απελευθερωμένο Σταθμό του ΟΣΕ Κυπαρισσίας, η ιδέα αυτή πολλαπλασιάστηκε. Ένιωσα πως και ο τελευταίος άνθρωπος που είδε το ντοκιμαντέρ, μας άκουσε να μιλάμε, συζήτησε μαζί μας, πλέον κουβαλά κάτι απ’ όλο αυτό. Η σύνδεση που απέκτησα με το μέρος, με την ομάδα που τόλμησε να ελευθερώσει έναν χώρο που κάποτε απελευθέρωνε οικονομικά ένα χωριό, είναι ένα στοιχειό που θα κουβαλάω με περηφάνια.

Μέσα στο ζόφο και τη μιζέρια, η συλλογικότητα συνεχίζει να ανθίζει και να λάμπει. Κάθε καινούριο δείγμα της, μου επιβεβαιώνει ότι η απόφαση που πήρα δειλά-δειλά πριν μερικούς μήνες, για τα Τέμπη και τον εαυτό μου, είναι η πιο ταιριαστή απόφαση της ζωής μου. Δεν βρισκόμουν πάντα εδώ, σπάνια με φανταζόμουν εδώ, αλλά τώρα πια δε μπορώ να με φανταστώ αλλού.

Λίγο πριν την προβολή του ντοκιμαντέρ, άκουσα ιστορίες από τον κόσμο που ζούσε μέσα ή μέσω του πετρόκτιστου αυτό σταθμού που κοιτούσε από ψηλά τη θάλασσα. Πάνω στις μισομπαζωμένες ράγες που κατέληγαν σε αυτόν, η κάθε ιστορία έβαζε αυθόρμητα τη μία λέξη μετά την άλλη, που ύστερα έγιναν μια πρόταση που δε μπορούσα να κρατήσω μέσα μου.
«Αυτοί είναι λόγοι για να αγωνίζεσαι».
Στους αγώνες μας. Στην ενότητα του αγώνα μας.
Κυπαρισσία, σ’ ευχαριστώ που υπάρχεις και σε γνώρισα».
Μετά την προβολή η συζήτηση ξεκινά. Στο παλιό κτίριο έχει κρύο, κανείς δε φεύγει. Όλες, όλοι θέλουν μιλήσουν, να ρωτήσουν, να μοιραστούν. Και εμείς.
Η Δήμητρα παίρνει τον λόγο με την ιδιότητα της δικηγόρου.
Ο Θοδωρής γράφει το επίμετρο της βραδιάς. Ανοίγει όλη την κουβέντα, βρίσκει το κέντρο της και μας ταρακουνάει.
Την επόμενη μέρα ξυπνάμε στο σπίτι τους. Εκεί στο πέτρινο χωριό, σε μια κουζίνα που λάμπει αγάπη και ομορφιά, οι συνδέσεις όλου του μικρού, μεγάλου κόσμου μας είναι τόσες καθαρές που σχεδόν φωνάζουν.

Βγαίνουμε στη λιακάδα. Μια ιαματική στάση στην Κατερίνα και τον Λευτέρη. Στον δρόμο της επιστροφής μετράμε κλεισμένες πληγές. Λίγες ακόμη. Μέχρι να γιάνει το τραύμα. Μέχρι να μετράμε και οι χαρές να βγαίνουν περισσότερες από τις λύπες.
Φωτογραφίες: Μαρία Γαλάτη- Πηγή

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου