Ένας στους τρεις εργαζόμενους στην Ελλάδα δηλώνει ότι η δουλειά του συγκρούεται με τη φροντίδα παιδιών ή εξαρτώμενων ενηλίκων. Το ποσοστό φτάνει το 33,0%, ανεβαίνει στο 35,4% στις γυναίκες και στο 37,5% στις ηλικίες 35 έως 44 ετών.
Η έρευνα της ΕΛΣΤΑΤ για το 2025 κατέγραψε ότι το 29,8% των ανθρώπων έχει υποχρεώσεις φροντίδας, με τη φροντίδα παιδιών να καλύπτει τη μερίδα του λέοντος: 25,7% φροντίζει μόνο παιδιά, 3,2% μόνο εξαρτώμενους ενήλικες και 0,9% και τα δύο.
Οι ηλικίες 35 έως 44 ετών σηκώνουν το μεγαλύτερο βάρος
Στις ηλικίες 35 έως 44 ετών, σχεδόν δύο στους τρεις (65,7%) φροντίζουν κάποιον, όταν ο μέσος όρος είναι 29,8%. Οι γυναίκες έχουν υποχρεώσεις φροντίδας σε ποσοστό 31,9%, οι άνδρες σε ποσοστό 27,6%, και οι απασχολούμενοι σε ποσοστό 35,2%.
Η εικόνα είναι αντίστροφη στους νέους. Στις ηλικίες 18 έως 24 ετών το 98,0% δεν έχει καμία υποχρέωση φροντίδας, και στις ηλικίες 55 έως 64 ετών το 79,2%.
Στις περισσότερες οικογένειες η φροντίδα μένει στο σπίτι
Επτά στους δέκα (67,9%) από όσους φροντίζουν παιδιά κάτω των 15 ετών δεν χρησιμοποιούν καμία υπηρεσία φροντίδας, όπως παιδικό σταθμό, ολοήμερο σχολείο ή μπέιμπι-σίτερ. Για όλα τα παιδιά τους χρησιμοποιεί υπηρεσίες το 25,5% και για ορισμένα το 6,2%.
Οι απασχολούμενοι καταφεύγουν σε υπηρεσίες σε ποσοστό 34,9%, οι άνεργοι σε ποσοστό 17,0%.
Ως κύριο λόγο που δεν χρησιμοποιούν υπηρεσίες, το 47,6% προτιμά να φροντίζει τα παιδιά μόνο του ή με τον σύντροφό του, το 19,4% βασίζεται σε βοήθεια από συγγενείς και φίλους και το 18,1% δηλώνει ότι τα παιδιά φροντίζουν μόνα τους τον εαυτό τους. Πρόβλημα με τις ίδιες τις υπηρεσίες αναφέρει το 9,6%: το 5,6% το κόστος, το 3,0% ότι δεν υπάρχει διαθέσιμη υπηρεσία και το 1,0% κάποιο άλλο εμπόδιο.
Το κόστος μετρά περισσότερο εκεί όπου το εισόδημα λείπει. Ως κύριο λόγο το επικαλείται το 8,0% των ανέργων και το 9,6% όσων βρίσκονται εκτός εργατικού δυναμικού, έναντι 4,5% των απασχολούμενων.
Οι πολλές ώρες δουλειάς έρχονται πρώτες στα εμπόδια
Από όσους δηλώνουν δυσκολία να συνδυάσουν εργασία και φροντίδα, το 34,9% αναφέρει ως κυριότερο πρόβλημα τις πολλές ώρες εργασίας. Δεύτερη έρχεται η απαιτητική ή εξαντλητική θέση, με 27,0%, ενώ τα απρόβλεπτα ή δύσκολα προγράμματα συγκεντρώνουν 13,0% και ο χρόνος μετακίνησης από και προς τη δουλειά 12,9%.
Με άλλα λόγια, περίπου έξι στους δέκα αναφέρουν ως κυριότερο πρόβλημα το πόσο ή πόσο βαριά δουλεύουν, και μόνο ένας στους οκτώ τη διαδρομή.
Η άδεια για τα παιδιά χωρίζει Δημόσιο και ιδιωτικό τομέα
Από όσους έχουν μεγαλώσει παιδιά και εργάζονται ή εργάστηκαν, το 59,9% δεν πήρε καμία οικογενειακή άδεια, δηλαδή ούτε άδεια μητρότητας ή πατρότητας ούτε γονική. Στο Δημόσιο, το 80,9% πήρε άδεια και το 18,0% όχι. Στον ιδιωτικό τομέα, ισχύει το αντίστροφο: μόλις το 27,4% πήρε άδεια και το 70,7% δεν πήρε.
Η διαφορά ανάμεσα στα φύλα είναι εξίσου μεγάλη. Άδεια πήρε το 51,0% των γυναικών και το 24,0% των ανδρών. Τα τρία τέταρτα των ανδρών (75,0%) δεν έλαβαν καμία.
Το επίπεδο εκπαίδευσης και η ιθαγένεια κάνουν διαφορά. Άδεια πήρε το 59,2% των πτυχιούχων ΑΕΙ και ΤΕΙ, αλλά μόλις το 9,2% όσων έχουν ολοκληρώσει έως το Γυμνάσιο. Στους αλλοδαπούς το ποσοστό είναι 14,3%, έναντι 40,7% στους Έλληνες.
Και η διάρκεια διαφέρει. Το 85,3% των ανδρών που πήραν άδεια πήρε άδεια έως έξι μηνών, ενώ μόλις το 2,8% πάνω από έναν χρόνο. Στις γυναίκες, το 27,1% πήρε άδεια έξι μηνών έως έναν χρόνο και το 30,5% πάνω από έναν χρόνο.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου