Σε ασφυκτικό κλοιό βρίσκονται οι ελαιοπαραγωγοί της Πελοποννήσου, καθώς τεράστιες ποσότητες ελαιολάδου παραμένουν απούλητες στις δεξαμενές των συνεταιρισμών και των μεμονωμένων αγροτών, εν μέσω μιας αγοράς που χαρακτηρίζεται από τους ίδιους ως «παγωμένη». Η ζήτηση είναι σχεδόν ανύπαρκτη τους τελευταίους δύο μήνες, την ώρα που οι τιμές έχουν υποχωρήσει σε επίπεδα μη βιώσιμα, αδυνατώντας να καλύψουν το κατακόρυφα αυξημένο κόστος παραγωγής.
Το πρόβλημα της αδιάθετης παραγωγής διογκώνεται από τις συνεχιζόμενες εισαγωγές χιλιάδων τόνων φθηνότερου ελαιολάδου από τρίτες χώρες, διαμορφώνοντας ένα εκρηκτικό μείγμα που πιέζει την τοπική αγροτική οικονομία και φέρνει τους παραγωγούς προ αδιεξόδου.
Κατρακύλα τιμών και απουσία εμπορικού ενδιαφέροντος
Στο ξεκίνημα της φετινής ελαιοκομικής περιόδου, η εικόνα έδειχνε εντελώς διαφορετική. Οι τιμές παραγωγού κινούνταν αρχικά γύρω στα 5 ευρώ ανά κιλό, καταγράφοντας σε ορισμένες περιπτώσεις πράξεις ακόμα και στα 5,50 με 5,60 ευρώ. Με βάση αυτά τα δεδομένα, μια μεγάλη μερίδα παραγωγών επέλεξε στρατηγικά να αποθηκεύσει το προϊόν της, προσδοκώντας μια περαιτέρω ανοδική τάση των τιμών.
Η πραγματικότητα ωστόσο διέψευσε τις προσδοκίες. Όπως εξηγεί ο πρόεδρος του Αγροτικού Συνεταιρισμού Ελαιοπαραγωγών Παλαιοπαναγιάς Λακωνίας, Γιώργος Δογαντζής, η σημερινή τιμή για το έξτρα παρθένο ποιοτικό ελαιόλαδο έχει κατακρημνιστεί κάτω από τα 4,70 ευρώ το κιλό. Σε δηλώσεις του στο IonianTV περιέγραψε μια αγορά που βρίσκεται πλέον στα αζήτητα, τονίζοντας πως δεν υπάρχει ουσιαστικό εμπορικό ενδιαφέρον ούτε προθυμία από τους εμπόρους να απορροφήσουν το προϊόν. Μάλιστα, ανέφερε χαρακτηριστικά πως καταγράφονται περιπτώσεις όπου έμποροι αθετούν συμφωνίες, παραλαμβάνοντας μόνο το μισό προσυμφωνημένο φορτίο και ακυρώνοντας το υπόλοιπο.
Οι παράγοντες που πάγωσαν την αγορά
Οι λόγοι πίσω από αυτή τη ραγδαία ανατροπή εντοπίζονται σε δύο βασικούς άξονες. Αφενός, η ανεξέλεγκτη ροή εισαγωγών από τρίτες χώρες, όπως η Τυνησία, το Μαρόκο, η Αίγυπτος, η Χιλή και η Αργεντινή, έχει πλημμυρίσει την αγορά. Εκτιμάται πως πάνω από 120.000 τόνοι έχουν εισαχθεί στην Ευρωπαϊκή Ένωση, δημιουργώντας υπερπροσφορά, παρά το γεγονός ότι η φετινή ελληνική σοδειά δεν καταγράφηκε ως ιδιαίτερα μεγάλη.
Αφετέρου, η σημαντική μείωση της εγχώριας κατανάλωσης λειτουργεί ανασταλτικά, με τους καταναλωτές να περιορίζουν τις αγορές τους λόγω της ευρύτερης ακρίβειας. Ο συνδυασμός αυτών των συνθηκών διαμορφώνει ένα κλίμα απαισιοδοξίας για την επόμενη ελαιοκομική χρονιά, εγείροντας σοβαρά ερωτήματα για την επιβίωση του κλάδου στην ευρύτερη περιοχή.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου