Ένα ζευγάρι που έχει περάσει μαζί περισσότερο από μισό αιώνα, εξιστορεί στο OneMan πώς έζησε μια ζωή ο ένας πλάι στον άλλον.
Αν ήταν ταινία, δεν θα ήταν τα Ανεμοδαρμένα Ύψη. Το σινεμά το έχει αυτό, ωραιοποιεί συχνά τις θυελλώδεις, παθιασμένες ιστορίες αγάπης. Ο έρωτας μάλλον δεν θα έπρεπε να είναι έτσι, κι ας είναι ωραία ενίοτε αυτή η αίσθηση ότι μοιάζεις με σούπερ ήρωα σε ερωτική αποστολή.
Ο Στάθης και η Κάκια, πριν πέσουν για ύπνο, συνηθίζουν να κουβεντιάζουν, ενίοτε μάλιστα εξιστορούν στιγμές μιας ζωής που από το 1966 και μετά, τους έχει βρει μαζί, στα πάντα. Όταν βλέπεις στον άνθρωπο δίπλα σου την αγάπη, αλλάζει χρώμα η νοσταλγία για τα χρόνια που περνούν και δε γυρίζουν πίσω.
Η μοίρα τους έλαχε να συναντηθούν στη Βέροια, αρχές της δεκαετίας του ‘60. Φαντάρος εκείνος, τελειόφοιτη γυμνασίου (σ.σ. δεν υπήρχε λύκειο), εκείνη. Από ένα βουνοχώρι ο Στάθης, από την Ζάκυνθο η Κάκια.
Από το σπίτι, τον έσπρωχναν στα γράμματα. «Θα πας να γίνεις δάσκαλος, μου έλεγαν. Πήγα στην ακαδημία, πετυχαίνω δεύτερος από τους 1200. Παίρνω υποτροφία, 14 χιλιάδες δραχμές. Δεν ενόχλησα το σπίτι μου καθόλου. Ένιωσα ότι υπήρξε κάποιο χέρι, να ξεκινάω από ένα περιφερειακό γυμνάσιο στην Κυπαρισσία και να συναγωνίζεσαι ανθρώπους στην Αθήνα, λες ότι κάτι σε βοηθάει.
Τελειώνω την ακαδημία και ήρθε η ώρα να στρατευτούμε. Πάω στην Κόρινθο, επιλέγομαι αξιωματικός. Πάω στις ΣΕΑΠ, με καλεί ο διοικητής και επειδή είδε ότι ήμουν αριστούχος, ήθελε να κάνω μαθήματα στη κόρη του η οποία θα έδινε εξετάσεις στο γυμνάσιο. Ο Παπαζώης, πατέρας της Ελισάβετ Παπαζώη που έγινε υπουργός επί ΠΑΣΟΚ.
Δεν φύλαξα ούτε μια ώρα σκοπιά. Από εδώ και πέρα αρχίζει η ζωή μας», μου λέει ο Στάθης στο πρελούδιο της κουβέντας. Η Κάκια φέρνει γλυκά και ακουμπάει στο καναπέ πλάι της, δύο άλμπουμ.
«Είμαι στις ΣΕΑΠ, οι δέκα πρώτοι που τελείωναν είχαν δικαίωμα να επιλέξουν τόπο που θα υπηρετήσουν και ειδικότητα που θα πάρουν. Η πιο καλή ειδικότητα, ήταν αυτή του Ερμή και την επέλεξα. Όταν είδε ο διοικητής ότι επιλέγω Βέροια – Νάουσα – Έδεσσα, με έβρισε. “Είσαι στα καλά σου;”, μου λέει. “Η Καλαμάτα είναι δίπλα σου”. Ναι αλλά εκεί με πήγαινε η μάνα μου στον παιδίατρο όταν ήμουν άρρωστος. Τρίπολη, μου λέει. Δεν θέλω, του λέω. Θα πάω στη Μακεδονία που υπηρέτησε ο πατέρας μου στο Ρούπελ, δεν την ξέρω την πατρίδα, μέχρι τους Δελφούς έχω πάει, δεν έχω δει τίποτε άλλο.
Επιλέγεται η Βέροια, πάω εκεί, νοικιάζω ένα σπίτι μαζί με έναν άλλον συνάδελφο και εκτελούμαι τα στρατιωτικά μας καθήκοντα. Η Κάκια είναι από τη Ζάκυνθο, ο πατέρας της ξωμάχος όπως ο δικός μου. Η πεθερά μου, μια ανήσυχη γυναίκα. Λέει Βασίλη, θα φύγουμε και θα πάμε στη Βέροια, θα δουλέψεις στον Δοξόπουλου. Τον θέλουν για αποθηκάριο. Έρχονται στη Βέροια την ίδια περίοδο που υπηρετούσα εκεί.
Στο σπίτι που νοικιάζω μένει και μια μαθήτρια γυμνασίου, κολλητή με την Κάκια. Ήρθε στο σπίτι, με είδε, την είδα, κεραυνοβόλος έρωτας. Αγνός. Την ξεχώρισα και με ξεχώρισε. Έβλεπα ένα πρόσωπο με μια ιερότητα. Βλέπαμε ότι κάτι μας τραβάει κι όταν έφτασε η ώρα να απολυθώ, πήγα στον πατέρα της και του λέω “κύριε Παράσχη θα ήθελα μια χάρη”, μου λέει τι. “Να αλληλογραφώ με την κόρη σας”. Αισθάνθηκα την ανάγκη να το επισημοποιήσω και έτσι αλληλογραφούσαμε για δύο χρόνια σχεδόν. Τα γράμματα μάλιστα μου τα έδινε ο πατέρας του Θόδωρου του Ρουσόπουλου», εξιστορεί ο Στάθης.
Τα γράμματα ήταν πολύ τρυφερά, αλλά χωρίς πολλά μέλια. «Με συμβούλευε να διαβάσω. Είχε όνειρο να με πάρει. Τελείωνα το λύκειο τότε. Ο πατέρας του και η μητέρα μου να μου λένε σε ζήτησε αυτός κι ο άλλος. “Δεν θέλω άλλον Ζακυνθινό μπαμπά, θα πάρω αυτόν που θέλει η καρδιά μου”, τους έλεγα. Φώναζαν “Παράσχη, το γραμματάκι σας”. Κατέβαινα την σκάλα την πέτρινη και έτρεχα. Κοκκίνιζα μέχρι τα αυτιά», λέει με χαμόγελο η Κάκια.
Στην αλληλογραφία τους, η αγάπη περνούσε μέσα από την ενισχυτική διδασκαλία. Είχαν όνειρα και πλάνα. «Στα γράμματα τις έστελνα ασκήσεις μαθηματικών, θέματα για έκθεση. Τα έλυνε και μετά της έλεγα αν ήταν σωστά ή όχι. Πίστευα ότι θα μας ενώνει το επάγγελμα, θα έχουμε ίδιες διακοπές και έχουμε καλό ωράριο, μια η ώρα θα είμαστε σπίτι μας. Περάσαμε και δύσκολα. Πρωτοδιορίστηκα σε χωριό που δεν είχε ούτε φως στο δωμάτιο, με λάμπα ήμουν. Την παρότρυνα να γίνει δασκάλα και πέρασε στο Αρσάκειο. Ανέβαινα και εγώ στην Αθήνα και βλεπόμασταν.
Περίμενα με λαχτάρα τα γράμματα. Το διάβαζα και μια και δύο και τρεις φορές. Τα γράμματα είχαν ρομαντισμό, λογοτέχνιζα. Τα είχα φυλάξει αλλά η μάνα μου τα βρήκε κάπου και τα πέταξε. Η Κάκια τα κράτησε. Μετά την αλληλογραφία αυτή, άρχισε να δένει το πράγμα, πηγαίναμε για γάμο. Όταν πήγα ως πολίτης στη Βέροια, της ζήτησα το χέρι. Κατέβηκα στην Κυπαρισσία κι όταν τελείωσαν με τις δουλειές τους πάνω, βρεθήκαμε όλοι μαζί με τα πεθερικά στη Ζάκυνθο», θυμάται ο Στάθης.
Εκείνη η μέρα ήταν πολύ όμορφη, λέει η Κάκια. «Η μητέρα μου είχε φτιάξει πολλά φαγητά. Της έλεγαν κυρία Αθηνά πότε τα φτιάξατε όλα αυτά. “Ο φούρνος τι κάνει;”, τους έλεγε. Οι συμπεθέροι έκαναν πολύ καλή παρέα. Όμορφοι καιροί. Το πρώτο σπίτι που μείναμε μαζί ήταν στην Ευαγγελίστρια. Το πιο ωραίο μας ταξίδι ήταν όταν πήγαμε αρραβωνιασμένοι στην Κέρκυρα. Ο πατέρας μου λέει “εγώ παιδάκι μου σου λέω να πας, το παιδί μου το ξέρω Αυτές οι μέρες μένουν στη ζωή μας, να πας με όλη μου την ψυχή”. Στα χωριά κουτσομπολεύανε. Η θυγατέρα του Βασίλη που πήγε ταξίδι με τον αρραβωνιαστικό της. Ο πατέρας μου δεν σκοτιζότανε» αφηγούνται μαζί και θυμούνται το ταξίδι στην Κέρκυρα. Το πιο αγαπημένο τους ταξίδι.
«Κοίταξε να δεις, ήταν η ώρα που ήρθαμε σε επαφή μαζί, κοιμηθήκαμε μαζί. Πήγαμε και στο καζίνο και ήμασταν τυχεροί, σήκωσα την φούστα μου και πήρα ούτε θυμάμαι πόσα, στον κουλοχέρη. Βγάλαμε το ταξίδι. Αγαπημένο μας ταξίδι στο εξωτερικό ήταν στη Φλωρεντία, ένα υπαίθριο μουσείο», μου λένε και περνάνε στο πρώτο παιδί, στη Νατάσα.
«Η Νατασούλα μας. Πήρε το όνομα της γιαγιάς. Είχε τέσσερις γιους. Βγαίνει η Νατασούλα, χαρά η γιαγιά. Το λαχταρούσε. Είναι έγκυος στη Νατάσα, έβδομο μήνα. Εγώ ήμουν δάσκαλος στις Βρύσες. Μου ετοιμάζει πρωινό η Κάκια, έχουμε πετρογκάζ, δεν είχε ανάψει καλά, βγαίνει αέριο και γίνεται μια μικρή έκρηξη. Ευτυχώς δεν κινδύνευσε αλλά άρχισε να πονάει. Μου λέει πονάω, πάμε στο γιατρό, λέει θα κάνουμε μια ένεση αλλιώς πάμε στο νοσοκομείο και τελικά γέννησε εκεί, επταμηνητικό. 1.750 γραμμάρια, ένα παιδί σαν ποντικάκι. Χαρήκαμε που ήρθε το μωρό μας αλλά φοβόμασταν μήπως το χάσουμε. Ιδιαίτερα η γιαγιά», λένε.
60 χρόνια μαζί. Πώς είναι αυτό, ρωτάω με απορία. «Είμαστε μαζί από το 1966. 60 χρόνια μαζί. Εγώ τον έχω πατέρα, αδερφό, τα πάντα. Ο άντρας μου είναι όλα μαζί, λατρεία. Υπήρχε πάντα αγάπη, σεβασμός και υπομονή. Έτσι πορευόμασταν πάντα. Πριν κοιμηθούμε το βράδυ, σχεδόν μια ώρα συζητάμε και φέρνουμε μπροστά μας σαν κινηματογραφική ταινία όλο το παρελθόν. Λέμε πώς γνωριστήκαμε, συζητάμε για τις όμορφες και τις άσχημες μέρες μας.
Πάντα νοσταλγούμε και αναπολούμε τα χρόνια αυτά. Γεράσαμε τώρα, έχουμε περάσει τα 80 αλλά λέμε ζήσαμε, είμαστε χαρούμενοι για αυτό, ζήσαμε την ζωή μας και θα φύγουμε ευτυχισμένοι. Η Κάκια ήταν πάντα κοντά μου. Ό,τι είμαι το οφείλω σε αυτή. Δεν είναι το έτερον ήμισυ, αλλά το έτερον ενάμισι. Αλληλοσυμπληρωνόμαστε παιδί μου, είναι το είναι μου και είμαι το είναι της. Είμαστε μια ψυχή», λένε Στάθης και Κάκια, με μια φωνή. Πηγή oneman.gr









Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου