Τα νέα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για τον κύκλο εργασιών σε εστίαση και καταλύματα το πρώτο τρίμηνο του 2026, χτύπησαν καμπανάκι. Με ετήσιες ανατιμήσεις της τάξης του 6,1%, μεσοσταθμικά και στους δύο κλάδους, θα περίμενε κανείς αντίστοιχα φουσκωμένους τζίρους, έστω πληθωριστικούς.
Στα μεν καταλύματα υπήρξε αύξηση του τζίρου κατά 3,1% το πρώτο τρίμηνο. Αν αφαιρέσουμε όμως την επίδραση του πληθωρισμού, σε πραγματικές τιμές έχουμε υποχώρηση 3%. Αυτό σημαίνει ότι οι επισκέπτες, Έλληνες και ξένοι, πλήρωσαν περισσότερα χρήματα, για να αγοράσουν μικρότερης πραγματικής αξίας υπηρεσίες, π.χ. λιγότερες ημέρες διανυκτέρευσης. Στη δε εστίαση, υπήρξε μείωση του τζίρου κατά -1,9%, που σημαίνει ότι σε αποπληθωρισμένες τιμές έχουμε μείωση της πραγματικής κατανάλωσης σχεδόν κατά – 5%.
Άλμα στον τουρισμό, πτώση στην κατανάλωση
Το ίδιο διάστημα, σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδας, οι ταξιδιωτικές εισπράξεις σημείωσαν εντυπωσιακό άλμα, κατά 64,3% σε σύγκριση με το πρώτο τρίμηνο του 2025. Η άνοδος οφείλεται στην αύξηση της εισερχόμενης ταξιδιωτικής κίνησης, δηλαδή του τουρισμού από το εξωτερικό, κατά 38,3% και της μέσης δαπάνης ανά ταξίδι κατά 13,8%.
Όμως το άλμα στις ταξιδιωτικές εισπράξεις δεν μεταφράζεται σε αντίστοιχη «ένεση» ρευστότητας για την εγχώρια τουριστική βιομηχανία.
Η αυξημένη ταξιδιωτική κίνηση από το εξωτερικό, ακόμα και τις «off season» περιόδους, κρατάει ζωντανή την κατανάλωση σε συγκεκριμένες τουριστικές ζώνες.
Μία από αυτές είναι το ιστορικό κέντρο της Αθήνας, που μαζί με τις γύρω γειτονιές (Εξάρχεια, Κουκάκι, Θησείο κ.λπ), υφίστανται μια άγρια «τουριστικοποίηση». Οι κατόπιν εορτής περιορισμοί στη δημιουργία νέων Airbnb, δεν κατάφεραν να βάλουν φρένο στην άνοδο των ενοικίων ούτε στην αλλαγή της φυσιογνωμίας της πόλης. Το μόνο που πέτυχαν είναι να ανακατευθύνουν τις βραχυχρόνιες μισθώσεις σε όμορες περιοχές, όπως το Παγκράτι, τα Ιλίσια και η Κυψέλη, διαχέοντας το πρόβλημα αντί να το λύνουν.
Μειώνονται οι έξοδοι
Κι ενώ οι υπηρεσίες καταλυμάτων ωφελούνται, έστω εν μέρει, από τη μετατροπή της Αθήνας σε «city break», τον χειμερινό τουρισμό και τις «αποδράσεις του Σαββατοκύριακου», δεν ισχύει το ίδιο για τις υπηρεσίες εστίασης.
Τόσο οι Έλληνες, όσο και οι ξένοι τουρίστες, περιορίζουν τις εξόδους σε ταβέρνες, καφέ και εστιατόρια και στρέφονται στην κατανάλωση στο σπίτι. Ωφελημένοι από αυτήν τη στροφή είναι τα σουπερμάρκετ, το έτοιμο και ημι-έτοιμο φαγητό και τα μίνι μάρκετ-franchise αλυσίδων, που αντικαθιστούν σταδιακά τα παραδοσιακά παντοπωλεία.
Ένας τομέας που προς το παρόν φαίνεται να αντέχει, είναι το ντελίβερι έτοιμου φαγητού. Πρόκειται για μια υποκατηγορία της εστίασης, διαδεδομένη αλλά όχι ικανή για να αντισταθμίσει τις απώλειες στο σύνολο του κλάδου. Επίσης το πρόχειρο – μη σερβιριζόμενο φαγητό είναι η υποκατηγορία με τις υψηλότερες σωρευτικές ανατιμήσεις σε σύγκριση με το 2020, που προσεγγίζουν το 38%, έναντι 33% στο σύνολο της εστίασης.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου