Μειωμένη κατά 18% αναμένεται να είναι η ελληνική παραγωγή ελαιολάδου την περίοδο 2025/2026, σύμφωνα με τις τελευταίες προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Η πτώση καταγράφεται σε μια χρονιά όπου η συνολική ευρωπαϊκή παραγωγή υποχωρεί κατά 5%, ενώ το φθηνότερο τυνησιακό ελαιόλαδο κερδίζει σταθερά μερίδιο στις αγορές της Ένωσης. Οι τιμές παραμένουν πιεσμένες, με τις προοπτικές της επόμενης ελαιοκομικής περιόδου να εμφανίζονται πιο ενθαρρυντικές, εφόσον δεν υπάρξουν ακραία καιρικά φαινόμενα.
Η ανάκαμψη που είχε καταγραφεί στην ελαιοπαραγωγή της ΕΕ την περίοδο 2024/2025 μοιάζει πλέον μακρινή ανάμνηση. Μια σειρά κλιματικών παραγόντων αναμένεται να ρίξει προσωρινά την ενωσιακή παραγωγή κατά 5% για τη σεζόν 2025/2026, στους 2,1 εκατ. τόνους περίπου, ποσότητα που παραμένει ωστόσο 9% υψηλότερη από τον μέσο όρο της τελευταίας πενταετίας.
Αυτό είναι ένα από τα βασικά ευρήματα της έκθεσης της Κομισιόν για τις βραχυπρόθεσμες προοπτικές των αγορών γεωργικών προϊόντων της ΕΕ το 2026. Η Ελλάδα, ανάμεσα στους κορυφαίους παραγωγούς ελαιολάδου παγκοσμίως, αναμένεται να δεχθεί διψήφιο πλήγμα, με πτώση 18% σε σύγκριση με την περίοδο 2024/2025.
Ανάλογο πλήγμα αναμένεται να δεχθεί και η Ισπανία, κορυφαίος παραγωγός ελαιολάδου παγκοσμίως. Οι υπερβολικές βροχοπτώσεις στις αρχές του 2026 επηρέασαν σοβαρά τις συνθήκες συγκομιδής στο νότιο τμήμα της χώρας, οδηγώντας σε αναθεώρηση της εκτίμησης παραγωγής για την περίοδο 2025/2026 στους 1,3 εκατ. τόνους, μειωμένη κατά 9% σε ετήσια βάση.
Υπάρχουν όμως και θετικές εξαιρέσεις. Στην Ιταλία, το φαινόμενο της εναλλασσόμενης καρποφορίας των ελαιώνων αναμένεται να οδηγήσει σε αύξηση της παραγωγής κατά 31% σε ετήσια βάση, ενισχύοντας τη συνολική εικόνα της ΕΕ. Στην Πορτογαλία προβλέπεται οριακή αύξηση 1%, καθώς οι αγροοικολογικές συνθήκες επηρέασαν τη χώρα σε μικρότερο βαθμό.
Πώς επηρεάζονται οι ελαιοπαραγωγοί της Πελοποννήσου
Η εικόνα που περιγράφει η Κομισιόν για την εθνική παραγωγή βρίσκει αντίκρισμα στα δεδομένα που καταγράφονται στην Πελοπόννησο, τη μεγαλύτερη ελαιοπαραγωγική περιοχή της χώρας. Στην Αργολίδα, τη Μεσσηνία, τη Λακωνία, την Αρκαδία και την Κορινθία, η ελαιοκαλλιέργεια αποτελεί βασικό πυλώνα της τοπικής αγροτικής οικονομίας, με τους παραγωγούς να παρακολουθούν στενά τις εξελίξεις στις τιμές και τη ζήτηση.
Στην Αργολίδα, η τιμή παραγωγού είχε διαμορφωθεί στα 5,50 ευρώ το κιλό, με το εμπόριο ωστόσο να παραμένει καθηλωμένο λόγω χαμηλής ζήτησης, παρά το περιορισμένο απόθεμα. Στην Κορινθία, η τιμή παραγωγού είχε υποχωρήσει στα 3,70 ευρώ το κιλό, ενώ στην Αρκαδία σημαντικό μέρος της σοδειάς παρέμενε αδιάθετο, με τους παραγωγούς να περιμένουν καλύτερες συνθήκες πώλησης. Ανάλογη εικόνα στασιμότητας είχε καταγραφεί και στη Λακωνία, όπου σημαντικό ποσοστό της σοδειάς παρέμενε σε δεξαμενές αναμένοντας αγοραστές.
Η μειωμένη ρευστότητα που προκαλεί ο συνδυασμός χαμηλότερου όγκου παραγωγής και συγκρατημένων τιμών επηρεάζει άμεσα τόσο τη διαδικασία συγκομιδής όσο και το κόστος άλεσης στα ελαιοτριβεία της περιοχής. Παράλληλα, η υποχρεωτική πλέον ηλεκτρονική δήλωση συγκομιδής ελιάς, που ισχύει για όλους τους παραγωγούς της Περιφέρειας Πελοποννήσου ανεξαρτήτως απόδοσης, προσθέτει ένα ακόμη στοιχείο προσαρμογής για τους αγρότες της περιοχής, την ίδια περίοδο που καλούνται να διαχειριστούν τις πιέσεις της διεθνούς αγοράς.
Αυξημένες εξαγωγές, αλλά το τυνησιακό ελαιόλαδο προελαύνει στην ΕΕ
Παρά τις δυσκολίες στην παραγωγή, οι εξαγωγές της ΕΕ εκτιμάται ότι θα ανακτήσουν μέρος της ανταγωνιστικότητάς τους, με άνοδο 6% σε σχέση με πέρυσι, φθάνοντας τους 794.000 τόνους. Η σταθερότερη διαθεσιμότητα ελαιολάδου και οι χαμηλότερες τιμές στην ευρωπαϊκή αγορά επηρέασαν και τις εμπορικές ροές. Τους τελευταίους μήνες καταγράφηκε σημαντική αύξηση των αποστολών προς την Κίνα, η οποία έως τον Μάρτιο του 2026 είχε διπλασιάσει τις εισαγωγές της σε σχέση με το αντίστοιχο διάστημα της περιόδου 2024/2025. Αυξημένες ήταν επίσης οι εξαγωγές προς τη Βραζιλία, το Ηνωμένο Βασίλειο και την Ιαπωνία, ενώ οι εξαγωγές προς τις Ηνωμένες Πολιτείες μειώθηκαν από την αρχή της εμπορικής περιόδου.
Ανάμεσα σε Ισπανία, Ιταλία και Πορτογαλία, η Ελλάδα καταγράφει τη μεγαλύτερη ποσοστιαία αύξηση στις εισαγωγές, ενώ στις εξαγωγές παρουσιάζει τη δεύτερη μεγαλύτερη ποσοστιαία αύξηση μετά την Πορτογαλία.
Οι εισαγωγές ελαιολάδου της ΕΕ αναμένεται πάντως να αυξηθούν κατά 24% σε ετήσια βάση, στους 223.000 τόνους, με κύρια αιτία την αυξημένη διαθεσιμότητα του φθηνότερου τυνησιακού ελαιολάδου. Παρότι οι εισαγωγές από τους περισσότερους προμηθευτές εμφανίζονται μειωμένες λόγω της σχετικά περιορισμένης πτώσης της ευρωπαϊκής παραγωγής, η Τυνησία παραμένει ο βασικός προμηθευτής της Ένωσης και αναμένεται να καλύψει το έλλειμμα που θα προκύψει από τη χαμηλότερη παραγωγή στην Ισπανία.
Πού κυμαίνονται οι τιμές
Μετά την αποκλιμάκωση των τιμών στις αρχές της εμπορικής περιόδου 2024/2025, η οποία συνοδεύτηκε από υψηλή παραγωγή έπειτα από ιστορικά χαμηλές σοδειές, οι τιμές του ελαιολάδου σταθεροποιήθηκαν το 2025/2026. Από τα τέλη Απριλίου όμως οι τιμές στην ΕΕ ακολουθούν και πάλι πτωτική πορεία.
Στην Ισπανία, η τιμή του εξαιρετικά παρθένου ελαιολάδου διαμορφώθηκε στα 4,27 ευρώ το κιλό τον Οκτώβριο του 2025, κορυφώθηκε στα 4,57 ευρώ το κιλό τον Δεκέμβριο και από τα μέσα Απριλίου άρχισε να υποχωρεί, φτάνοντας στα 3,97 ευρώ το κιλό στις αρχές Ιουνίου του 2026. Η προσδοκία για ιδιαίτερα καλή συγκομιδή την περίοδο 2026/2027 στις βασικές παραγωγικές χώρες της ΕΕ θεωρείται βασικός λόγος της πρόσφατης υποχώρησης των τιμών, οι οποίες στην Ισπανία εξακολουθούν να διαμορφώνονται ελαφρώς κάτω από τον μέσο όρο της τελευταίας πενταετίας. Εφόσον οι καιρικές συνθήκες παραμείνουν ευνοϊκές κατά το καλοκαίρι και επιβεβαιωθούν οι προσδοκίες για υψηλή παραγωγή το 2026/2027, οι πιέσεις στις τιμές ενδέχεται να περιοριστούν περαιτέρω.
Περίπου 1,4 εκατ. τόνοι η κατανάλωση, προσδοκίες για πλούσια συγκομιδή το 2026/2027
Η κατανάλωση ελαιολάδου στην ΕΕ αναμένεται να κινηθεί παράλληλα με τη μικρή υποχώρηση της παραγωγής, επιστρέφοντας στον μέσο όρο της τελευταίας πενταετίας, δηλαδή περίπου στους 1,4 εκατ. τόνους. Η Ελλάδα αναμένεται να έχει τη μεγαλύτερη μείωση στην κατά κεφαλήν κατανάλωση ελαιολάδου για το 2025/2026 σε σχέση με το 2024/2025.
Για την επόμενη εμπορική περίοδο, 2026/2027, στις βασικές ελαιοπαραγωγικές χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στις οποίες περιλαμβάνεται και η Ελλάδα, αναμένονται ευνοϊκές κλιματικές συνθήκες και επαρκής διαθεσιμότητα νερού κατά την περίοδο της ανθοφορίας των ελαιώνων. Το στοιχείο αυτό δημιουργεί θετικές προοπτικές για πλούσια συγκομιδή, υπό την προϋπόθεση ότι δεν θα εκδηλωθούν ακραία καιρικά φαινόμενα, καταλήγει η έκθεση της Κομισιόν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου